ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΜΑΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ*

Νατσιός Δημήτριος       Δάσκαλος

«Ὁ κόσμος μ’ ἀπελπίζουνε, μή μ’ ἀπελπίζεις Θέ μου/ καί μή μ’ ἀφήνεις νά χαθῶ, μεγαλοδύναμέ μου»

σκυριανό δημοτικό τραγούδι

«Συνάντησα ἐν Μικρᾷ Ἀσία κώμην, ἀριθμοῦσαν μόλις εἴκοσι οἰκογενείας καί στεροουμένη διδασκάλου καί ἱερέως. Καί ὅμως δέν ἔλειπαν ἐξ αὐτῆς τά δημοτικά τραγούδια, ἀναπληροῦντα παρά τῷ λαῷ τήν ἔλλειψιν τοῦ σχολείου καί τῆς ἐκκλησίας» («Τό ἐθνικό μας τραγούδι», Β. Περσείδη). Τό ἐπίπονο καί ἐξαιρετικό αὐτό βιβλίο – δίτομο – γράφτηκε ἀπό τό 1962 ἕως τό 1974. Ὁ Σίμων Καρρᾶς τό χαρακτήρισε «ἔργον ἐθνικόν». Στόν πρόλογό του ἐντόπισα τό προαναφερόμενο «πετράδι», πού οὔτε λίγο οὔτε πολύ, θεωρεῖ τό δημοτικό τραγούδι ἐφάμιλλό της ἐκκλησίας καί τοῦ σχολείου, στό θέμα τῆς συντήρησης  τῆς ἐθνικῆς συνείδησης. Σκοπός μου δέν εἶναι νά γράψω γιά τό μεγαλεῖο, τήν ὀμορφιά τήν πολυτίμητη, πού περικλείει ἡ δημοτική μας ποίηση. Ὅλα τά πνευματικά ἀναστήματα τῆς πατρίδας μας ἀπό τό δημοτικό τραγούδι, τό πνευματικό ριζοθέμελο τοῦ Γένους, ξεδίψασαν. Καί ἄνθιζε τό ἐθνικό μας τραγούδι, ὅταν ὁ λαός μας ζοῦσε τίς Μεγάλες Παρασκευές του, ἄνθιζε πάνω σέ τάφους. «Ξυπνᾶτε ἀπό τά μνήματα, ἀδικοσκοτωμένοι/ νά ἰδῆτε τήν Πατρίδα σας τήν ἐλευθερωμένη./ Ξυπνᾶτε κι ἀναστήσαμε, δέν εἶστε πιά ραγιάδες/ Ξυπνᾶτε κι ἦρθε Πασχαλιά, χαθῆκαν οἱ ραγιάδες». Τό 1912, μπαίνει ὁ ἑλληνικός στρατός ἐλευθερωτής στά Σέρβια. Βρῆκε σφαγμένους ἀπό τούς Τούρκους 115 προκρίτους τῆς πόλης. Ὅταν πῆγαν γιά τό μνημόσυνό τους, ὁ ἱερέας ἄρχισε τό τρισάγιο. «Στάσου παπᾶ!» ἀκούγεται μία βροντερή φωνή. Κάποιος παριστάμενος γέροντας ἀπήγγειλε τό αὐτοσχέδιο τραγούδι. Ὁ παπᾶς σίγησε. 3.500 στρατιῶτες καί πολίτες, γονάτισαν καί ἀναλύθηκαν εἰς δάκρυα. Γι’ αὐτό νικήσαμε καί τό ’21 καί τό 1912-13 καί τό ’40.

Κι ὅμως αὐτήν τήν ἀείζωη, τήν ἑλληνοσώτειρα πηγή, πού στάθηκε ἐκκλησιά καί σχολεῖο μαζί, στά χρόνια κυρίως τῆς αἰχμαλωσίας μας στούς ἀντίχριστους Ἀγαρηνούς, οἱ καντιποτένιοι τῆς «διά βίου ἀμάθειας», φρόντισαν νά τήν ἐξαλείψουν ἀπό τά σχολικά βιβλία. Ἐκπαραθυρώθηκε τό δημοτικό τραγούδι, ἡ ἀπαράμιλλη ποίηση τῆς Πονεμένης Ρωμηοσύνης, ἡ «ἐκτρέφουσα καί συντηροῦσα τόν ἐθνικόν φρόνημα», «τό τελεσφορώτατον ὄργανον τῆς ἐθνικῆς ἀγωγῆς» κατά τόν ἀείμνηστο λαογράφο Ν. Πολίτη («Δημοτικά τραγούδια», ἔκδ. «γράμματα», σέλ. 7), καί στή θέση τους μπῆκαν κάτι ξενόφερτα ἀποκαΐδια. Καί ὄχι μόνο περιφρονεῖται τό ἐθνικό μας τραγούδι, ἀλλά γελοιοποεῖται κιόλας. Τό δημοτικό τραγούδι εἶναι κιβωτός, ἡ ὁποία συντηρεῖ καί τό «ἐθνικόν φρόνημα» καί τήν  ὀρθόδοξη πίστη μας, πράγματα ἐπικίνδυνα γιά τήν νεοεποχίτικη μαγαρισιά πού ἐπικάθησε στόν σβέρκο μας καί λυμαίνεται τήν Παιδεία. Πῶς ἀλλιῶς νά ἐξηγηθεῖ ἡ δραστηριότητα – μνημεῖο ἠλιθιότητας – πού ὑπάρχει στό Ἀνθολόγιο Δ΄ Δημοτικοῦ, σέλ. 22, μέσῳ τῆς ὁποίας καλοῦνται οἱ μαθητές μας νά συνθέσουν ἕνα νανούρισμα γιά χταπόδια; Ἐνῷ στό παλιό Ἀνθολόγιο (Πρίν ἀπό τό 2006) διάβαζε ὁ μαθητής τό ἐξαίσιο νανούρισμα καί προσευχή συνάμα: «Ἔλα, Χριστέ καί Παναγιά, καί πάρ’ τό στούς μπαξέδες/ καί γέμισε τούς κόρφους τοῦ λουλούδια, μενεξέδες».

Πιό ἀναλυτικά γιά νά γίνει κατανοητή ἡ ἱεροσυλία. Στό Δημοτικό ἔχουμε τρία Ἀνθολόγια, τά ὁποῖα συνοδεύουν τό μάθημα τῆς Γλώσσας. Ἕνα γιά τίς Α΄ καί Β΄ τάξεις, τό δεύτερο γιά τίς Γ΄ καί Δ΄ καί τό τρίτο γιά τίς δυό τελευταῖες τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ. Μέχρι τόν Σεπτέμβριο τοῦ 2006 πού – κακῇ τῇ ὥρᾳ – ἀλλάχτηκαν τά βιβλία, τά Ἀνθολόγια, ὑπηρετοῦσαν τόν σκοπό γιά τόν ὁποῖο γράφτηκαν: ἦταν ἀρωματισμένα ἀπό τά μυρίπνοα ἄνθη τῆς πνευματικῆς μας κληρονομιᾶς. Εὐωδίαζαν τά βιβλία, εὐωδίαζαν καί οἱ μαθητές. Τό παλιό, γιά παράδειγμα, Ἀνθολόγιο τῆς Δ΄ Δημοτικοῦ ξεκινοῦσε μέ μία θαυμάσια παιδική προσευχή, πού μᾶς ἔρχεται ἀπό τά χρόνια τῆς σκλαβιᾶς: «Πέφτω, κάνω τό σταυρό μου/ κι ἄγγελο ἔχω στό πλευρό μου./ Δοῦλος τοῦ Θεοῦ λογιοῦμαι/ καί κανένα δέ φοβοῦμαι». Τό νέο ξεκινᾶ μ’ ἕνα χαζοχαρούμενο – ὁ Θεός νά τό πεῖ ποιηματάκι- : «Τά δελφίνια στό χαρτί/ τοῦ νεροῦ χαρταετοί./ Ὅλο πήδους καί ναζάκια/ χρυσοφτέρουγα ναυτάκια/ παίζουν καί ἀσφυκτιοῦν/ ἔξω στή ζωή νά βγοῦν/ μέ φωνές καί μέ τραγούδια/ μέ σημαῖες καί λουλούδια». Καί ὅποιος κατάλαβε, κατάλαβε…. Στά παλιά Ἀνθολόγια μέτρησα 35 δημοτικά τραγούδια. Στά νέα μετά βίας 5-6. Στά παλιά δέν ἀνθολογοῦνταν κανένας ξένος συγγραφέας καί πολύ σωστά. Στό Δημοτικό τά παιδιά πρέπει νά γνωρίσουν, νά γευτοῦν, νά καμαρώσουν τόν πνευματικό μας πλοῦτο. «Ἀνέβηκα στούς ὤμους τῶν πατέρων μου, γιά νά δῶ μακρύτερα τό μέλλον», λέει κάποιος σοφός. Στά νέα Ἀνθολόγια περιέχονται 32 κείμενα ξένων συγγραφέων. Δηλαδή, βγῆκαν τά δημοτικά μας τραγούδια καί ἀντικαταστάθηκαν μέ φράγκικα φληναφλήματα. Παραθέτω λίγα παραδείγματα ἀπό τά παλιά καί νέα Ἀνθολόγια γιά  νά καταλάβουμε, τό γιατί στά σχολειά οἱ μαθητές μας «δέν γιομίζουν προκοπή κι ἀρετή, ἀλλά γίνονται ἄξιοί της ἀπιστίας καί τῆς παραλυσίας» (Μακρυγιάννης).

Στό παλιό Ἀνθολόγιο διάβαζαν οἱ μαθητές τό συγκινητικότατο ἐκεῖνο ποιηματάκι, πού τράνεψε ὅλες τίς γενιές τῶν Ἑλλήνων: «Φεγγαράκι μου λαμπρό». Ἤθελε, δέν ἤθελε (λόγῳ ἀνιάτου προοδευτικότητας) ὁ δάσκαλος μιλοῦσε γιά τό «Κρυφό Σχολειό». Στή θέση του «στρώθηκε» ἕνα ἄθλιο κείμενο κάποιου Τ. Ροντάρι μέ τίτλο «Ποιός διευθύνει τό σπίτι. Ἡ μαμά ἤ ὁ μπαμπᾶς. Στό τέλος καταλήγει: «Δέν διευθύνει κανείς….». Ἔξοχη οἰκογενειακή ἀγωγή, σαφές τό μήνυμα: Μήν ἀκοῦτε τούς γονεῖς σας, εἶναι ἀντιδημοκρατικό. Στό παλιό Ἀνθολόγιο Γ΄ καί Δ΄  Δημοτικοῦ διάβαζε ὁ μαθητής γιά τήν ἀθάνατη κλεφτουριά: «Ὁ Ὄλυμπος κι ὁ Κίσσαβος τά δυό βουνά μαλώνουν./ Γυρίζει ὁ γέρο -Ὄλυμπος καί λέει τοῦ Κισάβου./ -Μή μέ  μαλώνεις Κίσαβε, κονιαροπατημένε./ Ἐγώ ’μαι ὁ γερό – Ὄλυμπος, στόν κόσμο ξακουσμένος./ Ἔχω ἑξήντα δυό κορφές καί τριάντα δυό βρυσοῦλες,/ κάθε κορφή καί φλάμπουρο, κάθε βρύση καί κλέφτης». Καί πιό κάτω, στή σελίδα 259: «Χορεύουν τά κλεφτόπουλα, γλεντᾶνε τά καημένα…». Ὁ ἡρωισμός, ἡ αὐτοθυσία, ἡ φιλοπατρία ἔλαμπαν μπρός στά μάτια τῶν μαθητῶν, ξεκρεμοῦσες ἀπό τό Εἰκονοστάσι τοῦ Γένους, τούς ξακουστούς καπεταναίους, μάθαιναν τά παιδιά, τά ἑλληνάκια, τό γιατί «καλύτερα μιᾶς ὥρας ἐλεύθερη ζωή/ παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά καί φυλακή». Τά κλέφτικα ὅμως τραγούδια εἶναι πολύ βαριά, ἀχώνευτα γιά τίς ἀλώπεκες τοῦ σκότους καί τά τσιράκια τῆς Νέας Τάξης. Ἐξοβελίστηκαν καί στή θέση τούς μπῆκε γιά παράδειγμα, ποίημα τοῦ Τ. Ροντάρι (καί πάλι) μέ τίτλο «Ὁ μαῦρος ἥλιος». Διαβάζω καί ἀνατριχιάζω: «Ἡ κόρη μου ζωγράφισε/ ὁλόμαυρο ἕναν ἥλιο/.. Μέσα στό μυαλό της κρύβει κάτι/ κι εἶναι λυπημένη/ καί τά βλέπει ὅλα μαῦρα ἡ καημένη/ μά ἄν τό πρόβλημά της εἶναι ὀφθαλμολογικό/ πήγαινε στόν εἰδικό/ νά τῆς βάλει γιατρικό». Προσοχή στήν ἀξιολύπητη γλώσσα: «πήγαινε…νά τῆς βάλει». Σύνταξη ἀνάπηρη… «μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις ἀπό ξένες γλῶσσες» (Σεφέρης).

Στό παλιό ἐξαιρετικό Ἀνθολόγιο τῆς Ε΄ καί Στ΄ Δημοτικοῦ, ὁ μαθητής «ἀντίκριζε» τόν «Διγενῆ Ἀκρίτα» πού «Τρίτη ἐγεννήθη καί Τρίτη θέ νά πεθάνει» μαζί μέ τούς φίλους του «κι ὅλους τους ἀντρειωμένους». Καί παρακάτω στήν σελίδα 71, σεργιανοῦσε τήν Ἀρετή, πάνω στ’ ἄλογό «του νεκροῦ ἀδελφοῦ» τοῦ Κωνσταντῆ καί διάβαζε τόν ὡραιότερο στίχο τοῦ δημοτικοῦ μας τραγουδιοῦ, ὅπως τόν χαρακτηρίζει ὁ Παλαμᾶς: «τέτοια πανώρια λυγερή νά σέρνει ὁ πεθαμένος». Ἤ στήν σελίδα 101 τό ἄλλο, κλέος καί ὡράισμα τῆς δημοτικῆς μας ποίησης. «Τῆς Ἄρτας τό γιοφύρι». Δέν τά σεβάστηκαν οἱ διαβίου χαλαστές. Ἔφυγε ὁ Διγενής Ἀκρίτας καί μπῆκες ἔντυπες, ἄψυχες καί ἄχρηστες τιποτολογίες. Στό νέο Ἀνθολόγιο σελίδα 85, ὁ μαθητής μορφώνεται μέ τό κείμενο ἑνός Ἄγγλου ὀνόματι Ρόαλτ Ντάλ, μέ τίτλο: «Ἡ καρδιά ἑνός ποντικοῦ». Διαβάζουμε στό εἰσαγωγικό κείμενο: «Τίς μάγισσες σήμερα δέν τίς ξεχωρίζεις. Εἶναι συνηθισμένες γυναῖκες, γι’ αὐτό καί μποροῦν νά κυκλοφοροῦν ἀπαρατήρητες ἀνάμεσά μας. Σκοπός τους νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τά παιδιά. Ἔτσι, λοιπόν, μεταμόρφωσαν σέ ποντίκι τό μικρό πρωταγωνιστή τοῦ μυθιστορήματος, πού ἀπό λάθος παρακολούθησε ἕνα συνέδριό τους…». Καί ἀφοῦ περιγράφει ὁ συγγραφέας τή ζωή τοῦ πρωταγωνιστῆ, πού ἔγινε ποντίκι, μέ τήν γιαγιά του- πού εἶναι ἄνθρωπος- στό τέλος τίθενται οἱ ἑξῆς ἐρωτήσεις- δραστηριότητες.

«1. Τί χαρακτηρίζει τή σχέση τῆς γιαγιᾶς καί τοῦ ποντικοῦ ἐγγονοῦ της;

2. Ἄς ὑποθέσουμε ὅτι μία μάγισσα σᾶς μεταμορφώνει σέ μικρό ζῶο ἤ σέ κάποιο ἄλλο πλάσμα. Μπορεῖτε νά περιγράψετε τήν καινούρια ζωή σας καί νά μιλήσετε γιά τή συμπεριφορά σας καί τίς νέες σχέσεις πού θά συνάψετε.

3. Προσπαθῆστε νά γράψετε ἕνα παραμύθι μέ μάγους καί μάγισσες». Τί νά πεῖ κανείς γι’ αὐτές τίς κρανιοκενούς ἐμπνεύσεως ἀθλιότητες; Γιατί νά μήν μπεῖ τό Συναξάρι ἑνός ἁγίου, ἑνός ἥρωα ὁ βίος, πού προσφέρουν ἰδανικά καί ἀξίες πού τόσο μᾶς λείπουν σήμερα καί σακατεύονται τά παιδιά μέ δαιμονολογίες; Τί δουλειά ἔχει ὁ ἐρεβώδης Ἄγγλος συγγραφέας καί οἱ μαγεῖες του μέ τά ὀρθόδοξα παιδιά μας; Τά «ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας» ἐγκαταστάθηκαν στά σχολικά βιβλία καί ἐμεῖς – δάσκαλοι καί γονεῖς- καθόμαστε ἄπραγοι δειλοί καί ἄβουλοι. (Στό βιβλίο «Νεοελληνική Γλώσσα», Α΄ Γυμνασίου σελ. 114, παρεισέφρησε κείμενο μέ τίτλο: «Χάρι Πότερ γιά ὅλες τίς ἡλικίες». Ἐδῶ ἐπαινοῦνται οἱ παλαβομάρες τῆς γνωστῆς λοξῆς Ἀγγλίδας Τ. Ρόουλιγκ διότι «ξανάφεραν τά παιδιά στό διάβασμα καί τά ἀπομάκρυναν ἀπό τήν ὀθόνη τοῦ βίντεο – γκέιμ». Ἀπό τή Σκύλλα στή Χάρυβδη, δηλαδή. Τά ἀποκρυφιστικά σκουπίδια τύπου Χ. Πότερ «ξανάφεραν τά παιδιά στό διάβασμα». Θέ μου, τί βλέπουμε στίς μέρες μας, ὡς θά ἔλεγε ὁ Μακρυγιάννης. Ἀντί «ψυχή καί Χριστό», μαγεῖες καί ἀστρολογίες. Στήν «Νεοελληνική Γλώσσα» Γ΄ Γυμνασίου, «τετράδιο ἐργασιῶν», σέλ. 73, ὑπάρχει κείμενο τοῦ Κ. Λεφάκη, τοῦ γνωστοῦ τηλεαστρολόγου  ὅπου οἱ μαθητές διαβάζουν: «Ὁ Ἄρης θά ἐμπνεύσει πολύ κόσμο πάνω σέ νέους σκοπούς. Οἱ σκοποί αὐτοί ἴσως νά εἶναι ἐρωτικοί…. Αὐτόν τόν μήνα οἱ συμπτώσεις θά ἐνισχύσουν τίς ἐρωτικές σχέσεις…»

Τόν «Ὕμνον εἰς τήν Ἐλευθερίαν» τοῦ Δ. Σολωμου, στά βιβλία τοῦ Γυμνασίου καί Λυκείου, δέν θά τόν βρεῖς. Ὁ Λεφάκης ὅμως, καθότι «σημαντικότερος» διδάσκεται…)

Θά κλείσω τήν θλιβερή περιδιάβαση στό νέο Ἀνθολόγιο τό Ε΄ – ΣΤ΄ Δημοτικοῦ μ’ ἕνα ἀκόμη κείμενο, πού ἀντικατέστησε τό «ὄμορφα τραγούδια τοῦ λαοῦ μας»(Κόντογλου). Στή σελ. 133, κείμενο μέ τίτλο «οἱ κάλοι τῆς Κλάρας», κάποιου Ντιμίτερ Ἰνκιόφ, πού γεννήθηκε στή Βουλγαρία, ζεῖ στή Γερμανία καί ἔχει ἀμερικανική ὑπηκοότητα (Φραγκολεβαντίνος ὁλκῆς ὁ ἄνθρωπος. Ἔχει τό αἷμα 3 ἐθνῶν καί τήν ψυχή κανενός). Κείμενο καταθλιπτικό, κακόγουστο, ἐπιβλαβές. Πέθανε μία γερόντισσα στήν πολυκατοικία καί θέλουν νά πᾶνε στήν κηδεία τῆς τά δυό παιδιά μιᾶς γειτονικῆς οἰκογένειας. Τό κείμενο κινεῖται σέ ἀπαράδεκτο, σαχλό ὕφος, ἀνάρμοστο γιά τήν σοβαρότητα τοῦ μυστηρίου τοῦ θανάτου. Διαβάζουμε σέ γελοῖο τόνο γιά φέρετρα, γιά ἱερεῖς πού μουρμουρίζουν, γιά ἡλικιωμένες γυναῖκες πού καθαρίζουν τίς κόκκινες μύτες τους. Ρωτάει ἡ Κλάρα, ἕνα ἀπό τά δυό παιδιά, «ἄν οἱ διάβολοι θά ψήσουν στήν Κόλαση τή γερόντισσα». Στό τέλος ἡ Κλάρα κλαίει γοερά. Καί ὅταν προσπαθοῦν νά τήν παρηγορήσουν ἁπαντᾶ. «Δέν κλαίω γι’ αὐτήν. Κλαίω, γιατί μέ στενεύουν ἀνυπόφορα τά ἀπαίσια καινούργια παπούτσια μου, τά πόδια μου γέμισαν κάλους. Καί τούτη δῶ ἡ κηδεία δέν ἔχει τελειωμό».

Τί θά συμβεῖ στήν τάξη, ἄν διαβαστεῖ αὐτό τό κείμενο. Τά παιδιά θά χαχανίζουν ἀναίτια γιά τόν θάνατο μιᾶς γερόντισσας. Πουθενά ὁ σεβασμός, ἀνύπαρκτη ἡ εὐλάβεια, ὅλα ἰσοπεδωμένα, ἀδιάντροπα, ἐξευτελισμός ἀνθρώπων ἀκόμη καί ἐπί αὐτῆς τῆς φοβερῆς κλίνης τοῦ θανάτου. Βιβλία – σάβανα τοῦ Γένους μας, πού ἐθίζουν τούς μαθητές μας, ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων, στήν ἀφιλοπατρία, στήν ἀθεΐα, στήν ἀσέβεια πρός τούς γονεῖς καί τόν ἱερό θεσμό τῆς οἰκογένειας. Βιβλία πού κατακρεουργοῦν τήν γλώσσα μας, τό ἕτερον μαζί μέ τήν ἀμώμητο πίστη μας, φυλακτήριο τοῦ Γένους μας καί ἀποκόπτουν τή νέα γενιά ἀπό τήν βρυσομάνα πού λέγεται Παράδοση. «Πᾶρτε μαζί σας νερό. Τό μέλλον θά ἔχει πολύ ξηρασία» λέει ὁ ποιητής. Ἀντί νά ξεδιψοῦν οἱ μαθητές μας μέ τά ζωηφόρα νάματα τῆς Παράδοσής μας, τούς μπουκώνουμε καί τούς μπαζώνουμε τή συνείδηση μέ ξυλοκέρατα τῆς Δύσης. Ἀπό τό 1984 οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες ἔκρουαν τόν κώδωνα τοῦ κινδύνου: «Ἀπό πολλά χρόνια τώρα γίνεται συστηματική προσπάθεια, διαρκῶς αὐξανόμενη, νά πολεμηθεῖ ἡ πίστη. Νά βγεῖ ἀπό τά ἑλληνικά σχολεῖα ὁ Χριστός. Νά διαστρεβλωθεῖ ἡ ἱστορία μας. Νά εὐτελισθεῖ ἡ σημασία τῶν μεγάλων ἑορτῶν τῶν Χριστουγέννων καί τοῦ Πάσχα πού τόσο ζῆ ὁ λαός μας. Νά παύσει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία νά εἶναι ἡ ψυχή τοῦ Γένους μας». Εἶναι γνωστό πώς κάθε προσπάθεια ἀλλοίωσης τοῦ ἐθνικοῦ μας προσώπου ἐκδηλώνεται ὡς ἐπιχείρηση χωρισμοῦ τῆς ζωῆς ἀπό τήν παράδοση καί τήν πίστη μας. Καταρρέουμε, ὅταν ἡ ἀλήθεια τῆς Πίστεως καί τῆς Ζωῆς μας νοθεύεται. Αὐτό βιώνουμε σήμερα στήν παιδεία. Τά σχολεῖα ἀντί νά εἶναι θεματοφύλακες τῶν τιμαλφῶν ἀξιῶν τῆς Ρωμηοσύνης κατάντησαν συντελεστές καταρράκωσής τους. Ἡ λύση εἶναι μία, μᾶς τήν δίδαξαν οἱ ἡρωικοί πρόγονοί μας: «Κρυφό Σχολεῖο». Καλούμαστε ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες, τῷ καιρῷ ἐτούτῳ, νά ἀπαντήσουμε στήν ἐρώτηση τοῦ Κυρίου πρός τούς Ἀποστόλους: «Δύνασθαι πιεῖν τό ποτήριον ὅ ἐγώ μέλλω πίνειν»; Ἀπό τήν ἀπάντηση πού δίνει ὁ καθένας μας, ἐξαρτᾶται τό μέλλον τοῦ Γένους μας.

*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Δ΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΟΚΤ.-ΔΕΚ. 2010

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s