«Μπορείς να βρεις την ελπίδα ακόμη και μέσα στις δυσκολότερες στιγμές…»

Καληνύχτα, Ελπίδα!

Καλό βράδυ. Τα λέμε αύριο.

Έκλεισε την πόρτα του μπαρ πίσω της και ξεκίνησε για το σπίτι της. Από τότε που χώρισε με τον Κώστα έπρεπε να δεχτεί και να χωνέψει ότι θα επέστρεφε σπίτι με τα πόδια μετά τη δουλειά. Δουλειά… Τι δουλειά δηλαδή… Να πηγαινοφέρνει καφέδες και ποτά, να καθαρίζει τραπέζια και πάγκους. Δεν τη γέμιζε η δουλειά της. Τα ίδια και τα ίδια. Τουλάχιστον είχε κάποιο έσοδο…

Προχωρούσε αργά και το βλέμμα της ταξίδευε ως την άκρη του ορίζοντα. Κάπου, λίγο θαμπά, άρχιζαν να αχνοφαίνονται κάποια αστέρια. «Αχ, αυτό το νέφος» σκέφτηκε. «Δε βλέπεις σχεδόν τίποτα». Λίγο τα ξεχασμένα της όνειρα, λίγο το νέφος, λίγο η πίεση της δουλειάς κούραζαν την ευαίσθητη καρδιά της Ελπίδας. Γύρω της, παρέες με χαμόγελα πήγαιναν να διασκεδάσουν ντυμένοι στην τρίχα.

Ασυναίσθητα έβαλε το δεξί της χέρι στην τσέπη της καινούριας ροζ ζακέτας της. Ψηλαφητά βρήκε το κινητό της. Κλήση καμία. Δεν τη θυμήθηκε κανείς. Η ώρα 21:42. Σ’ένα προάστιο της Αθήνας. Η Ελπίδα αισθάνθηκε ακόμα πιο μόνη. Έσφιξε με το αριστερό της χέρι πιο δυνατά την τσάντα της και προχώρησε…

Από μικρό κοριτσάκι αποζητούσε τις παρέες. Της άρεσε να ανήκει κάπου, να είναι αποδεκτή. Να γελάει και να περνάει καλά. Είχε και όνειρα γεμάτα χρώματα. Τα πιο λαμπερά, τα πιο σπάνιας ομορφιάς χρώματα είχαν τα όνειρά της. Μα λίγο οι ατυχίες, λίγο η οικονομική κρίση την ανάγκασαν να τα κλειδώσει σ’ένα μπαούλο θαμπό. Σαν τον σημερινό ουρανό. Ποιος ξέρει αν ακόμα ήταν εκεί… Τα’χε λησμονήσει με τον καιρό, τα ακίνητα πλέον όνειρά της…

Ο χωρισμός με τον Κώστα πλημμύρισε με δάκρυα την ψυχή της. Λάσπωσαν οι προσδοκίες της. Δεν είχε φίλους να τα πει η Ελπίδα. Μόνο μερικές γνωστές απ’τη σχολή της που τηλεφωνιόντουσαν για τα χρόνια πολλά. Μέχρι εκεί… Μα ένιωθε τα δάκρυα να την πνίγουν. Όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ, τότε ματώνεις ψάχνοντας να το βρεις. Και η Ελπίδα ακόμα έψαχνε, μα ένιωθε ήδη ματωμένη…

Η ώρα πέρασε. 22:13 έλεγε το κινητό της, όταν άνοιξε την πόρτα στο διαμέρισμά της. Ανάσανε βιαστικά. Ο αέρας μέσα μύριζε ανασφάλεια. Εκείνο, το ασαφές συναίσθημα της ανακατωμένης ψυχής. Έκλεισε την πόρτα αφήνοντας την τσάντα της στο καφέ πάσο. Στο δεξί της χέρι ακόμη σφιχτοκρατούσε το κινητό. Σα να προσπαθούσε να μη χάσει την κλήση. Την κλήση που θα’δινε τέλος στην ανυπόφορη μοναξιά της.

Αγκάλιασε ένα μαξιλάρι και κάθισε στον καναπέ. Πήγε ν’ανοίξει την τηλεόραση μα το τηλεχειριστήριο ήταν μακρυά. Ξάπλωσε αργά και αφέθηκε να κοιτάζει ακίνητη το ταβάνι. Μετά από λίγες στιγμές απόλυτης κενότητας σηκώθηκε απότομα. Διψούσε για μια στοργική κουβέντα, για λίγη αγάπη! Το εσωτερικό κενό δεν αντέχεται…

Ξαναφόρεσε τη ροζ ζακέτα της και, παίρνοντας βιαστικά μονάχα τα κλειδιά της, βγήκε έξω. Δεν ήξερε πού πήγαινε. Απλά ήθελε να περπατήσει. Να δουν τα μάτια της λίγη κίνηση. Ανθρώπους που τα βλέμματά τους θα συναντιούνταν. Έστω και για μια στιγμή.Αυτή η φευγαλέα συνάντηση των ματιών, της θύμιζε τη σχέση της, τα κλειδωμένα της όνειρα, την αγάπη που ικετευτικά αναζητούσε.

«Να μη μείνεις μόνη. Βγες και περπάτα. Εμένα με βοηθάει ακόμα και το να βλέπω την κίνηση στους δρόμους» της είχε εκμυστηριευτεί κάποτε ένας φίλος. Αυτό έκανε τώρα. Περπατούσε, πεινασμένη από αγάπη μη αντέχοντας το εσωτερικό της κενό. Περπάτησε τόσο που προσπέρασε τα όρια της συνοικίας της. Πλέον δεν ήξερε πού βρισκόταν. Απλά περπατούσε…

Σε κάποια στιγμή έφτασε έξω από μια εκκλησία. Μικρή, πέτρινη με μεγάλο, περιποιημένο προαύλιο. Είδε κάποιους ανθρώπους που έμπαιναν. Κάποιοι απ’αυτούς νέοι. «Καλά, τι σχέση έχουν αυτοί με σένα;» είπε από μέσα της απευθυνόμενη στο Θεό θυμωμένα. Όμως, δεν είχε τίποτε άλλο να κάνει και η έμφυτη περιέργειά της την έσπρωχνε προς την όμορφη, πέτρινη πύλη της εκκλησίας που την τραβούσε μαγνητισμένα.

Μπήκε μέσα, άναψε από συνήθεια ένα κερί και αφέθηκε σα μαγεμένη να κοιτάει. Σχεδόν χωρίς φώτα, μόνο με τα καντηλάκια και το φως των κεριών η ατμόσφαιρα. Οι άγιοι στις τοιχογραφίες τις παλιές έδειχναν να την κοιτούν. Κοίταζε και κείνη. Η μυρωδιά ευωδιαστού θυμιάματος -τη θυμόταν από τότε που, μικρό κοριτσάκι ακόμα, πήγαινε με τη γιαγιά της στους εσπερινούς- γέμισε τα μοναχικά της πνευμόνια κι απότομα έδιωξε το κενό μέσα της.

Προχώρησε στ’αριστερά ακούγοντας τους ψάλτες να λένε κάτι ακαταλαβίστικους ύμνους. Όμως, σιγά-σιγά άρχισε να αισθάνεται άνετα. Οικεία. Μπροστά της και δίπλα της όρθιες πεντέξη κοπέλες με κομποσκοίνια περίεργα. Είχε συνηθίσει η Ελπίδα εκείνα τα φανταχτερά κομποσκοίνια που τα φόραγες στο χέρι για καλή τύχη. Όμως, εκείνα τα κομποσκοίνια που έβλεπε τώρα ήταν μαύρα και λίγο πιο μεγάλα.

Αν είχε το κινητό της μαζί, θα’βλεπε πως η ώρα ήταν περίπου 23:55. Σε λίγο θα χτυπούσε το παλιό, χειροποίητο, μεγαλόπρεπο ρολόι της εκκλησίας σημαίνοντας μεσάνυχτα. Στην καρδιά της Ελπίδας άρχισε μυστικά κάτι να σκιρτάει χαρούμενα. «Άρα, υπάρχεις; Κι όλοι αυτοί εδώ; Πιστεύουν στ’αλήθεια;» είπε από μέσα της…. Κι αυτά τα λόγια βγήκαν όχι σαν απορία μα σαν προσευχή. Κι όλο και κάτι γλύκαινε την ψυχή της. Κι όλο και ήθελε να Του μιλάει. Έβλεπε και την Παναγία στην εικόνα στο βάθος μπροστά  κι όλο της μιλούσε με την καρδιά της. Μιλούσε και ρωτούσε και ζητούσε. Λόγια ειλικρινά, βαθιά που ανασύρονταν απ’το πληγωμένο βάθος της (…)…
Την ίδια εβδομάδα τα βήματά της την οδήγησαν ξανά σ’εκείνη την πέτρινη εκκλησία. Εξομολογήθηκε. Ένα ανομολόγητο βάρος ένιωσε να φεύγει από πάνω της. Η μοναξιά της ήταν πλέον οριστικά παρελθόν. Οι συγκυρίες τα’φεραν έτσι που γνώρισε εκεί και τον μεγάλο έρωτα της ζωής της. Πώς; Αυτό είναι μια εντελώς τρελή ιστορία! Άλλη φορά θα σας τη διηγηθώ…

Αυτή ήταν η αληθινή ιστορία μιας Ελπίδας. Που -άγνωστο το γιατί- βρήκε την ελπίδα μέσα στη μεγαλύτερη δυσκολία της μέχρι τότε ζωή της. Απ’τον πάτο της απόγνωσής της ανέβηκε με μοναδικά θεϊκό τρόπο στην αγάπη Του. Στην Αγάπη. Η καρδιά της γεύτηκε. Γέμισε εμπειρίες και βιώματα. Ποτέ ξανά δεν αισθάνθηκε μοναξιά…

Πηγή: http://aoratigonia.blogspot.gr/2012/11/blog-post_7.html

Advertisements

2 responses to “«Μπορείς να βρεις την ελπίδα ακόμη και μέσα στις δυσκολότερες στιγμές…»

  1. Μια ιστορία που με άγγιξε πολύ!Τελικά όλοι έχουμε τόσα πολλά κοινά βιώματα.Ένα σπρωξιματάκι θέλουμε,για να ανοίξουν τα μάτια μας!Ας βλέπουμε τα λάθη μας,ας μαθαίνουμε από αυτά κι ας προσπαθούμε να μην τα ξανακάνουμε!Ας έχουμε πίστη κι όλα αντιμετωπίζονται.Ξέρει ο Θεός πόσο στέλνει στον καθένα μας,ξέρει πόσο αντέχουμε!Τουλάχιστον μέσα από τις αμέτρητες δυσκολίες ας γινόμαστε καλύτεροι χριστιανοί!Καλή δύναμη σε όλους!

  2. Χαίρομαι πραγματικά που επιλέγεις αληθινά νεανικά ταξίδια που μας τονώνουν στον προσωπικό Αγώνα και ουσιαστικά μας οδηγούν με ασφάλεια στην Παντοτινή Ελπίδα.Καλή συνέχεια!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s